Έναν χρόνο μετά την έναρξη της δεύτερης εποχής Τραμπ, ακραίοι εξουσιαστές ελέγχουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση χωρίς να έχουν ακόμη κατακτήσει τον έλεγχο της κοινωνίας στο σύνολό της. Η ζημιά που έχουν προκαλέσει είναι τεράστια, όμως η επίθεσή τους έχει φτάσει σε ένα όριο — αν όχι ήδη σε αδιέξοδο. Αναγκάζονται να επιδεικνύουν ισχύ διαρκώς, ακριβώς επειδή δεν είναι ανίκητοι. Για πρώτη φορά, γίνεται ρεαλιστικό να φανταστούμε όχι μόνο πώς μπορούμε να τους νικήσουμε, αλλά και πώς θα αξιοποιήσουμε τη συγκυρία για αλλαγές βαθύτερες απ’ όσες μέχρι τώρα θεωρούσαμε δυνατές.
Σε αυτό το κείμενο επιστρέφουμε στις δομικές αιτίες της επιστροφής του Τραμπ στην εξουσία, εξετάζουμε τι συνέβη μέσα στο 2025 και προτείνουμε μια συλλογική στρατηγική για το πώς μπορούμε να βγούμε από την εποχή Τραμπ.
Όταν η κοινωνική ειρήνη γίνεται επισφαλής χρειάζεται περισσότερη βία για να διατηρηθεί.
Μια ανερχόμενη παλίρροια που βυθίζει όλες τις βάρκες
Η πολιτική κρίση στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα αποτελεί το αποτέλεσμα οικονομικών διαδικασιών που εξελίσσονται εδώ και γενιές. Η άνοδος του φασισμού δεν είναι μια ιστορική παρέκκλιση που οφείλεται στη δημαγωγία ενός και μόνο χαρισματικού δημαγωγού, αλλά η λογική κατάληξη ενός οικονομικού συστήματος οργανωμένου γύρω από το κέρδος.
Ο νεοφιλελευθερισμός προετοίμασε το έδαφος: βάθυνε τις ανισότητες, στρατιωτικοποίησε την αστυνόμευση για να τις διασφαλίσει και δημιούργησε έναν πληθυσμό σε διαρκή κοινωνική υποβάθμιση, πρόθυμο να στραφεί σε αποδιοπομπαίους τράγους. Σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία οι κυβερνήσεις έχουν ελάχιστα περιθώρια να προστατεύσουν τους πολίτες τους χωρίς να δουν το κεφάλαιο να φεύγει αλλού.1 Ως αποτέλεσμα, τα «αριστερά» κόμματα αποτυγχάνουν συστηματικά να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, ενώ τα αντιδραστικά μετατοπίζουν σταθερά τόσο την πολιτική όσο και τα όρια του αποδεκτού λόγου προς τα δεξιά. Οι κεντρώοι απλώς λειτουργούν ως μηχανισμός που εμποδίζει κάθε επιστροφή προς τα πίσω.
Η συγκέντρωση του πλούτου που εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες έχει φτάσει σε σημείο ποιοτικής τομής. Το 2003, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο είχε περίπου 40 δισ. δολάρια. Το 2025, η περιουσία του Έλον Μασκ έφτασε τα 500 δισ. Σήμερα, οι δέκα πλουσιότεροι άνδρες ελέγχουν περισσότερο πλούτο από τα φτωχότερα τρία δισεκατομμύρια ανθρώπων. Όταν η ανισότητα φτάνει σε αυτό το επίπεδο, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία παύει να λειτουργεί όπως πριν. Ένα μόνο άτομο μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τις εκλογές αγοράζοντας τα μέσα επικοινωνίας και χειραγωγώντας τη δημόσια σφαίρα.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι παράλογο που ακούγονται φωνές που ζητούν να αναγνωριστεί και θεσμικά η πολιτική κυριαρχία των δισεκατομμυριούχων. Η ιδέα ότι κάποιος πρέπει να «διοικήσει τη χώρα σαν επιχείρηση» —δηλαδή αυταρχικά— ήταν πάντα μια εξουσιαστική φαντασίωση. Έχοντας εξοικειωθεί με τον αυταρχισμό στην οικονομική σφαίρα, ολοένα και περισσότεροι είναι διατεθειμένοι να τον αποδεχτούν και στην πολιτική. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: όσο αυξάνεται η ανισότητα, τόσο πιο ελκυστικός γίνεται ο αυταρχισμός, καθώς άνθρωποι από κάθε πολιτικό στρατόπεδο καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, αδυνατώντας να υπερασπιστούν οι ίδιοι τα συμφέροντά τους, χρειάζονται έναν ισχυρό προστάτη να το κάνει για λογαριασμό τους.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, η δημοκρατία λειτούργησε ως το πολιτικό συμπλήρωμα του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς. Και τα δύο υπόσχονταν κοινωνική κινητικότητα, διατηρώντας όμως τις βαθιές ανισότητες που κληρονόμησαν από τη μοναρχία και τη φεουδαρχία.2 Για ένα διάστημα, η δημοκρατία περιόρισε τη βία της οικονομίας και του κράτους —τουλάχιστον για τους σχετικά προνομιούχους. Όμως, καθώς οι οικονομικές και πολιτικές ανισότητες βαθαίνουν, ούτε ο καπιταλισμός ούτε η δημοκρατία μπορούν πλέον να συντηρήσουν την κοινωνική ειρήνη.
Ταυτόχρονα, ο τρόπος με τον οποίο παράγεται ο πλούτος έχει αλλάξει. Σήμερα, οι δισεκατομμυριούχοι πλουτίζουν ολοένα και περισσότερο μέσω του χρηματιστηρίου. Εκεί όπου ο Χένρυ Φορντ έκανε περιουσία από την πώληση αυτοκινήτων,3 ο Έλον Μασκ έκανε τη δική του κυρίως από τις εκτινάξεις τιμών μετοχών και χρηματοπιστωτικά παιχνίδια. Ο Τραμπ και ο Μασκ είναι και οι δύο της τακτικής του υψηλού ντόρου και των επιθετικών στοιχημάτων, διπλά ή τίποτα, πριν προλάβει κανείς να αποτιμήσει τις προηγούμενες κινήσεις τους. Όπως και η φούσκα των κρυπτονομισμάτων, πρόκειται για συμπτώματα μιας εποχής όπου το ποσοστό κέρδους μειώνεται, καθιστώντας τον χρηματιστικό τζόγο πιο αποδοτικό από το παραδοσιακό εμπόριο.
Ο καπιταλισμός είναι μια φωτιά που πρέπει διαρκώς να την ταΐζεις πόρους για να συνεχίσει να παράγει κέρδη για τους νικητές. Τελικά, οι καπιταλιστές αναγκάζονται να στρέφονται στο ίδιο το κράτος — που υποτίθεται προστατεύει το πεδίο του ανταγωνισμού — ως χώρο εξόρυξης κερδοφορίας. Όταν τα κέρδη φθίνουν, το ύστατο στοίχημα είναι ποιος θα καταλάβει για να λεηλατήσει το ίδιο το κράτος.
Για δεκαετίες ακούγαμε ότι τέτοια φαινόμενα συνέβαιναν σε αυταρχικά καθεστώτα «εκτός Δύσης» — στη Ρωσία, Λευκορωσία, Τουρκία, Ουγγαρία. Νεοφιλελεύθεροι σχολιαστές, όπως ο Τόμας Φρίντμαν και ο Φράνσις Φουκουγιάμα, πίστευαν ότι επρόκειτο για λιγότερο «ανεπτυγμένες» κοινωνίες, που αργά ή γρήγορα θα έφταναν το επίπεδο της Δύσης καθώς η ελεύθερη αγορά θα τις «εκπολίτιζε». Στην πραγματικότητα, ήταν οι ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές δημοκρατίες που είχαν μείνει πίσω από την εποχή τους. Ο Ντόναλντ Τραμπ και οι αυλικοί του μελέτησαν προσεκτικά το μοντέλο tπου πρόσφεραν αυτά τα αυταρχικά καθεστώτα, με στόχο να το εισαγάγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες.4
Και πάλι, δεν πρόκειται απλώς για το έργο λίγων κακόβουλων προσώπων, αλλά για το αποτέλεσμα βαθύτερων, δομικών εξελίξεων. Τη δεκαετία του 1950, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση μπορούσαν να χρηματοδοτούν κοινωνικά δίχτυα ασφαλείας για τους πολίτες τους, εν μέρει χάρη στην απροκάλυπτη εξόρυξη πόρων από περιοχές του κόσμου που υφίσταντο τις ιμπεριαλιστικές τους επεμβάσεις. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, ο κόσμος χωρίστηκε σε πλούσιες χώρες-καταναλωτές του ιμπεριαλιστικού πυρήνα — όπου οι περισσότεροι απολάμβαναν τα προνόμια της δημοκρατίας — και σε φτωχές χώρες-παραγωγούς της περιφέρειας, όπου η πλειονότητα αντιμετωπιζόταν ως φθηνό εργατικό δυναμικό και ζούσε αντίστοιχα υπό καταπιεστικά καθεστώτα.
Καθώς οι οικονομικές ανισότητες διευρύνονται και η ζωή γίνεται ολοένα πιο επισφαλής ακόμη και στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα, δεν είναι περίεργο που οι πολιτικές ελευθερίες διαβρώνονται και εδώ, ενώ οι μορφές καταστολής που εφαρμόζονταν «εκεί έξω» επιστρέφουν στο εσωτερικό. Αυτήν ακριβώς την τάση ο Αιμέ Σεζέρ την είχε περιγράψει ως το «ιμπεριαλιστικό μπούμερανγκ».
Φασίστες της ομάδας Patriot Front σε πορεία το 2021. Η άνοδος του φασισμού είναι το λογικό αποτέλεσμα των συνεπειών του νεοφιλελευθερισμού.
Όμως η μετάβαση στον ανελέητο καπιταλισμό, σε πολιτικές καμένης γης και σε διακυβέρνηση μέσω ωμής βίας δεν είναι χωρίς ρίσκο για την άρχουσα τάξη — όπως θα δούμε παρακάτω.
Ελλείψει μιας παγκόσμιας επανάστασης, οι κρίσεις που παράγει ο καπιταλισμός θα συνεχίσουν να πυροδοτούν κοινωνικές αναταραχές, μέχρι να εμφανιστεί κάποιος νέος, μαζικός μηχανισμός ελέγχου ή κατευνασμού.
Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, τα κρατικά σχήματα είναι αναγκασμένα να επιβάλλουν και να αναπαράγουν αυτές τις κρίσεις, ενώ ταυτόχρονα γίνονται όλο και πιο ανίκανα να περιορίσουν τις συνέπειές τους. Έτσι, το κράτος μετατρέπεται σε μια «καυτή πατάτα»: όποιο κόμμα κρατά τα ηνία το κάνει με δικό του ρίσκο, όπως έδειξε και η πτώση του Μόρσι στην Αίγυπτο. Από την άλλη πλευρά, σε στιγμές κρίσης, όποιος καταφέρει να δράσει αποτελεσματικά απέναντι στις κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους αποκτά λαϊκή αξιοπιστία.
–Η Ουκρανική Επανάσταση και το Μέλλον των Κοινωνικών Κινημάτων
Ένας θρόνος μετά τη λεηλασία της προεδρικής κατοικίας στο Αλμάτι, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στο Καζακστάν τον Ιανουάριο του 2022.
Τραμπ 2.0
Όσοι παρακολούθησαν την άνοδο της απολυταρχίας στη Ρωσία ξέρουν τι να περιμένουν στη συνέχεια. Όλα δείχνουν πάνω–κάτω να μένουν ίδια: η αστυνομία συνεχίζει να αστυνομεύει, οι ιδιοκτήτες να εισπράττουν ενοίκια, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στη δουλειά τους. Η μετάβαση γίνεται τόσο ομαλά επειδή όλα τα απαραίτητα στοιχεία του φασισμού υπήρχαν ήδη μέσα στη δημοκρατία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν τα σημάδια που προδίδουν. Στους δρόμους εμφανίζονται όλο και συχνότερα κρατικοί μισθοφόροι τυμένοι στο χακί, με μάσκα και βαρύ οπλισμό. Η διαμαρτυρία γίνεται σταδιακά πιο δύσκολη και επίφοβη, μέχρι που οι τελευταίοι διαδηλωτές συλλαμβάνονται μόνοι κρατώντας λευκές κόλλες χαρτί. Και αργά ή γρήγορα, μόλις οι μηχανισμοί ασφαλείας ελέγξουν το εσωτερικό, το καθεστώς στρέφεται στον πόλεμο προς τα έξω — γιατί ο φασισμός χρειάζεται πάντα έναν εχθρό για να τον κινητοποιεί.
Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ αποτελεί ένα πείραμα αυταρχισμού χωρίς προηγούμενο στη ζώσα μνήμη των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή τη φορά, ο Τραμπ ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την εκτελεστική εξουσία και το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ έχει και τη στήριξη της Σίλικον Βάλεϊ. Ναι, οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδομήθηκαν πάνω στη λευκή υπεροχή, την πατριαρχία και την αποικιακή βία — αλλά όσοι αρνούνται να επικαιροποιήσουν τις αναλύσεις τους ώστε να αντανακλούν τη νέα πραγματικότητα απλώς εθελοτυφλούν.
Ο Γκρέγκορι Μποβίνο, τον οποίο η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ βάφτισε «Διοικητή άνευ χαρτοφυλακίου» της Συνοριακής Περιπολίας (τίτλος χωρίς καμία νομική βάση), επέβλεψε επιδρομές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) στο Λος Άντζελες, το Σικάγο, τη Σάρλοτ και τη Νέα Ορλεάνη κατά το δεύτερο μισό του 2025. Η μετάβαση από τη δημοκρατία στην απολυταρχία συνοδεύεται από την εμφάνιση νέων στρατιωτικοποιημένων ομάδων που δρουν έξω από τα παλιά πρωτόκολλα.
Για τους σκοπούς αυτής της ανάλυσης, δεν θα σταθούμε αναλυτικά στα στρατηγικά πλαίσια και τους στόχους που κινούν διαφορετικά τμήματα του συνασπισμού Τραμπ — τη «Θεωρία της Ενιαίας Εκτελεστικής Εξουσίας» του Heritage Foundation, που αποσκοπεί στη συγκέντρωση δικτατορικής ισχύος στα χέρια του Τραμπ· την Εντολή των Επτά Βουνών των χριστιανών εθνικιστών, που στοχεύει στον συνολικό έλεγχο της κοινωνίας· τις στρατηγικές αντιεξέγερσης που τελειοποιήθηκαν στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και σήμερα εφαρμόζονται από στρατό και αστυνομία απέναντι σε κινήματα διαμαρτυρίας και «απείθαρχες» κοινότητες στις ΗΠΑ· τις προσπάθειες χριστιανών και εβραίων σιωνιστών να χρησιμοποιήσουν την Παλαιστίνη ως πεδίο δοκιμών, ώστε να παγιωθεί η γενοκτονία ως εργαλείο εξευγενισμού· ούτε τα συμφέροντα των εταιρειών της Σίλικον Βάλεϊ, των πετρελαϊκών κολοσσών και των κερδοσκόπων των κρυπτονομισμάτων, που όλοι επιδιώκουν την άδεια να λεηλατούν χωρίς συνέπειες.
Θα περιοριστούμε να εντοπίσουμε ορισμένους από τους αρχικούς στόχους του καθεστώτος:
- Εκκαθάριση της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας και του στρατού από όλους τους αξιωματούχους που δεν είναι απολύτως πιστοί στον Ντόναλντ Τραμπ
- Εκκαθάριση της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας και του στρατού από τρανς άτομα, μαύρες γυναίκες, και άλλες «ύποπτες» δημογραφικές ομάδες
- Καταστολή όλων των προγραμμάτων που προωθούν τη διαφορετικότητα και την ισότητα
- Συγκέντρωση της εξουσίας στον εκτελεστικό βραχίονα, τόσο νομικά όσο και στην πράξη
- Συγκέντρωση πόρων στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες που έχουν αποδείξει τη μεγαλύτερη αφοσίωσή τους στον Τραμπ, όπως είναι η ICE
- Αποδυνάμωση και υπερφόρτωση της δικαιοσύνης, με ταυτόχρονη αξιοποίηση του Ανώτατου Δικαστηρίου για την άρση νομικών εμποδίων
- Χρησιμοποίηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη στοχοποίηση πολιτικών και κοινωνικών αντιπάλων, με τη χρήση της δικαστικής οδού
- Υποταγή ή παραγκωνισμός της νομοθετικής εξουσίας
- Κατάργηση ή αποχρηματοδότηση όλων των κρατικά χρηματοδοτούμενων φορέων που δεν βρίσκονται άμεσα υπό τον έλεγχο του ρεπουμπλικανικού κόμματος
- Υποταγή των πανεπιστημίων και της εκπαίδευσης συνολικά μέσω δικαστικών αγωγών, περικοπής χρηματοδότησης και πολιτικών που καταστέλλουν αντιπολιτευτικές ή αποκλίνουσες απόψεις
- Καταστολή εχθρικών μέσων ενημέρωσης μέσω δικαστικών αγωγών, εξαγορών και εκφοβισμού
- Καταστολή, αποχρηματοδότηση ή απαξίωση όλων των θεσμών που μπορούν να συλλέγουν ή να διακινούν δυσμενείς πληροφορίες, όπως η ιατρική έρευνα, η μετεωρολογία, τα οικονομικά και περιβαλλοντικά στατιστικά, καθώς και δεδομένα για την κλιματική αλλαγή και την πρόσβαση σε τροφή
- Διευκόλυνση της ηγεσίας της κυβέρνησης να αποκομίζει προσωπικά κέρδη από την πολιτική εξουσία, μέσω χρηματιστηριακών συναλλαγών, κρυπτονομισμάτων και άλλων επιχειρηματικών σχημάτων, καθώς και μέσω της σύμπλευσης κράτους και επιχειρήσεων
- Μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ προς καθαρά συναλλακτικές σχέσεις που ωφελούν πρωτίστως την ηγεσία της διοίκησης
- Γεωπολιτική αναδιάταξη των Ηνωμένων Πολιτειών δίπλα σε αυταρχικά καθεστώτα, με στήριξη ακροδεξιών και φασιστικών κομμάτων διεθνώς
- Τοποθέτηση της λευκής υπεροχής στο κέντρο της εξωτερικής πολιτικής — για παράδειγμα, περιορίζοντας το καθεστώς πρόσφυγα σχεδόν αποκλειστικά σε λευκούς Αφρικάνερ από τη Νότια Αφρική
- Οικειοποίηση του λόγου περί «καταπολέμησης του αντισημιτισμού» για την εξυπηρέτηση μιας χριστιανοεθνικιστικής ατζέντας
- Χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών ώστε να διασφαλιστεί μονοκομματική κυριαρχία
- Επιβολή ενδοκομματικής πειθαρχίας μέσω εκφοβισμού, ελέγχου της χρηματοδότησης και της απειλής αντικατάστασης από πιστούς υποψηφίους στις προκριματικές εκλογές
- Κανονικοποίηση τόσο της διαφθοράς όσο και του θεσμού της προεδρικής χάρης, χρησιμοποιώντας τα συνδυαστικά για την υποταγή πολιτικών όλων των κομμάτων και άλλων ισχυρών παραγόντων
- Κανονικοποίηση στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον πολιτικών στόχων, εντός και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών· δημιουργία ειδικών στρατιωτικών δυνάμεων με αποστολή την καταστολή κοινωνικών εξεγέρσεων
- Αναπροσανατολισμός του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, του FBI και άλλων ομοσπονδιακών υπηρεσιών πληροφοριών ώστε να επικεντρώνονται πρωτίστως στην καταστολή της εσωτερικής διαφωνίας
- Υποβάθμιση της ποιότητας ζωής σε περιοχές που θεωρούνται εχθρικές προς τη διοίκηση, μέσω οικονομικής αποσταθεροποίησης και στοχευμένων αστυνομικών επιχειρήσεων
- Διακοπή ή παρεμπόδιση των χρηματοδοτικών ροών προς πολιτικούς αντιπάλους, συμπεριλαμβανομένων μη κερδοσκοπικών οργανώσεων
- Τακτικές αποσυντονισμού και σύγχυσης των αντιπάλων με συνεχή υπέρβαση ορίων, για παράδειγμα μέσω απειλών προσάρτησης της Γροιλανδίας και του Καναδά
- Καλλιέργεια φόβου σε στοχευμένες κοινότητες και πολιτικούς αντιπάλους
Όταν οι Ναζί πήραν τον έλεγχο της Γερμανίας, το πρόγραμμά τους για τη Ναζιστικοποίηση (που οι Εθνικοσοσιαλιστές ονόμασαν Gleichschaltung = “ευθυγράμμιση, συγχρονισμός”, ένας όρος δανεισμένος από την ηλεκτρολογία, που παραπέμπει στην πλήρη ενοποίηση) εξάλειψε γρήγορα όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα και τις οργανώσεις. Η κυβέρνηση Τραμπ γνώριζε ότι αν επιχειρούσε κάτι αντίστοιχο, θα προκαλούσε μια αντίδραση που δεν θα μπορούσε να ελέγξει. Το παραπάνω πρόγραμμα αντιπροσωπεύει όσα πίστευαν πως μπορούσαν να επιβάλουν χωρίς να ξεσπάσει ανεξέλεγκτη αντίσταση.
Η συγκέντρωση πόρων στα χέρια της ICE λειτουργεί ταυτόχρονα ως μέσο βίαιης αλλοίωσης της πληθυσμιακής σύνθεσης και ως τρόπος καθιέρωσης της μισθοφορικής βίας ως κερδοφόρου βιομηχανίας, μέσα σε μια κοινωνία όπου οι προοπτικές για τους περισσότερους συρρικνώνονται συνεχώς.
Στο τέλος του 2025, η κυβέρνηση έχει υλοποιήσει την πλειονότητα αυτών των στόχων. Το ερώτημα είναι αν διαθέτει ακόμη την απαραίτητη ορμή για να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο αυτής της επιχείρησης.
Η Αυλαία ανοίγει
Η πρώτη θητεία Τραμπ ξεκίνησε με χιλιάδες διαδηλωτές να κατακλύζουν τους δρόμους της Ουάσινγκτον, σε μια ανοιχτή πράξη ανυπακοής που έθεσε το πλαίσιο για τέσσερα χρόνια σκληρής αντίστασης και κατέληξε τελικά στην αποχώρηση του Τραμπ από την εξουσία. Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε πολύ διαφορετικά: με τους Proud Boys να παρελαύνουν στους δρόμους της Ουάσινγκτον, εκεί όπου είχε κινηθεί το αναρχικό black bloc στις 20 Ιανουαρίου 2017. Ήταν η πρώτη εμφάνιση των Proud Boys στην πρωτεύουσα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 6ης Ιανουαρίου 2021, για το οποίο ο Τραμπ είχε μόλις εκδώσει γενική προεδρική χάρη.
Πού ήταν οι αναρχικοί και οι υπόλοιποι διαδηλωτές στις 20 Ιανουαρίου 2025; Στην έναρξη της δεύτερης θητείας του Τραμπ, πολλοί είχαν παραλύσει από την ιδέα ότι κάθε μορφή αντίστασης θα έπαιζε απλώς το παιχνίδι του. Ενόψει των ήπιων κινητοποιήσεων που οργάνωσε η ομάδα 50501 για τις 5 Φεβρουαρίου, ορισμένοι πανικόβλητοι φιλελεύθεροι έφτασαν να speculated ότι επρόκειτο για παγίδα, με στόχο την κήρυξη στρατιωτικού νόμου:
«Το Project 2025 προβλέπει συγκεκριμένα σχέδια για τη χρήση οποιωνδήποτε μαζικών διαδηλώσεων ως πρόσχημα για την ανάπτυξη του στρατού σε ρόλο εσωτερικής αστυνόμευσης, φτάνοντας ακόμη και στη χρήση φονικής βίας.»
Σήμερα είναι εύκολο να ξεχνάμε πόσοι ριζοσπάστες υιοθέτησαν τότε κάποια εκδοχή αυτού του αφηγήματος. Ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του έμοιαζαν με ασταμάτητη δύναμη, βγαλμένη από εφιάλτη. Δεν είχαμε ήδη περάσει τέσσερα χρόνια ρισκάροντας τα πάντα για να τους νικήσουμε, μόνο και μόνο για να τους δούμε να επιστρέφουν ακόμη πιο ισχυροί; Καθώς καταλάμβαναν τον κρατικό μηχανισμό με όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις σε αποσύνθεση, ο τρόμος που ενέπνεαν έγινε το βασικό τους πλεονέκτημα. Ο φασισμός βασίζεται στη διαχείριση των αντιλήψεων.
Οι Proud Boys και άλλες φασιστικές ομάδες επέστρεψαν στους δρόμους της Ουάσινγκτον στις 20 Ιανουαρίου 2025.
Τέλος στις υποχωρήσεις
Η «άλωση του κράτους» είναι μια μορφή συστηματικής διαφθοράς, κατά την οποία στενά συμφέροντα καταλαμβάνουν τους θεσμούς και τις διαδικασίες μέσω των οποίων διαμορφώνεται η δημόσια πολιτική, απομακρύνοντάς τη από το δημόσιο συμφέρον και προσανατολίζοντάς τη στην εξυπηρέτηση των δικών τους στόχων. Ο Τζόελ Σ. Χέλμαν και οι συνεργάτες του. ισήγαγαν την έννοια τη δεκαετία του 1990 για να περιγράψουν πρότυπα συμπεριφοράς που παρατηρήθηκαν κατά την πρώτη δεκαετία της «μετάβασης» σε περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης…
Οι «καταληψίες» του κράτους ήταν επιχειρηματίες — αυτοί που σύντομα έγιναν γνωστοί ως «ολιγάρχες» — οι οποίοι αγόραζαν επιρροή στη χάραξη πολιτικής μέσω άμεσων δωροδοκιών ή υποσχέσεων ανταλλαγμάτων, αξιοποιώντας προσωπικές σχέσεις με πρόσωπα και κόμματα που κατείχαν την πολιτική εξουσία. Αυτή η οπτική, που παρουσιάζει τις επιχειρήσεις ως τους κατακτητές της πολιτικής, πιθανότατα υπερέβαλλε εξαρχής ως προς τον βαθμό διαχωρισμού ανάμεσα στις δύο σφαίρες.
— Ελίζαμπεθ Ντέιβιντ-Μπάρετ, Άλωση του Κράτους και Ανάπτυξη: Ένα Εννοιολογικό Πλαίσιο
Ο Έλον Μασκ και οι άνθρωποί του έπιασαν αμέσως δουλειά, διαλύοντας κάθε κομμάτι του κράτους που δεν τους βοηθούσε είτε να συσσωρεύουν πλούτο είτε να κρατούν τον πληθυσμό πειθαρχημένο. Οι περικοπές που επέβαλαν έχουν ήδη οδηγήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους, χωρίς να μειώσουν ουσιαστικά τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Η « αποτελεσματική διακυβέρνηση» δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο· αυτό που ήθελαν να δείξουν ήταν ότι είχε ξεκινήσει μια νέα εποχή, στην οποία το κράτος θα εξέφραζε νέες αξίες.
Ως αναρχικοί, δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε ότι αν όλα αυτά τα προγράμματα είχαν στηριχθεί σε αυτόνομα εγχειρήματα βάσης, θα ήταν αδύνατο για έναν φασίστα που χαιρετά με Sieg Heil και τους ανώριμους αυλικούς του να τα διαλύσουν μέσα σε λίγους μήνες. Αν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε τη μεγαλύτερη εικόνα, μπορούμε να κατανοήσουμε την «άλωση του κράτους» με δύο τρόπους: αφενός ως τη διαδικασία μέσω της οποίας οι κρατικοί θεσμοί εκτοπίζουν τις πρωτοβουλίες της βάσης, καθιστώντας την κοινωνία ολοένα και πιο εξαρτημένη από το κράτος· και αφετέρου ως τη δεύτερη φάση αυτής της διαδικασίας, κατά την οποία ολιγάρχες καταλαμβάνουν το κράτος χωρίς να τους ενδιαφέρει πια να φαίνεται ότι λειτουργεί ως ουδέτερος διαιτητής ή ότι επιτελεί οποιονδήποτε ευρύτερα ωφέλιμο ρόλο.
Όμως είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι εκείνοι οι κρατικοί παράγοντες που ενσωμάτωσαν εξαρχής αυτές τις πρωτοβουλίες στο κράτος — όχι μόνο τα προγράμματα βοήθειας και την κοινωνική ασφάλιση, αλλά και την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία — είχαν πλήρη επίγνωση ότι επρόκειτο για κατασταλτικές παραχωρήσεις, δηλαδή παραχωρήσεις αναγκαίες για να κατευναστεί η κοινωνική αναταραχή. Ο Μασκ και οι συνεργάτες του ποντάρουν στο ότι οι τεχνολογίες της καταστολής — ή αλλιώς η απάθεια και η απόγνωση — έχουν προχωρήσει τόσο, ώστε αυτές οι παραχωρήσεις να μην θεωρούνται πλέον απαραίτητες.
Ποντάρουν στο ότι η σκληρή ισχύς αξίζει περισσότερο από την ήπια ισχύ. Προτιμούν οι άνθρωποι να ζουν με τον τρόμο ότι μπορεί να σκοτωθούν σε ένα τυχαίο ναυτικό πλήγμα, παρά να στηρίζουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Για να δώσουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, ο Τραμπ θεωρεί ότι τα οφέλη που αποκομίζει δίνοντας χάρη στον Χουάν Ορλάντο Ερνάντες, τον διεφθαρμένο πρώην πρόεδρο της Ονδούρας που έβγαλε εκατομμύρια πλημμυρίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες με κοκαΐνη, αξίζουν περισσότερο από την αξιοπιστία που θυσιάζει, τη στιγμή μάλιστα που εμφανίζεται να διεξάγει μια στρατιωτική εκστρατεία κατά της διακίνησης ναρκωτικών.
Καταστρέφοντας απροκάλυπτα κάθε πτυχή του κράτους που θα μπορούσε να διατηρήσει την αντιληπτή του νομιμοποίηση στα μάτια ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, παίρνουν ένα ρίσκο — ίσως μεγαλύτερο απ’ όσο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται.
Διαδηλωτές στο Βερολίνο. Παρότι οι Γερμανοί είναι διαβόητα διστακτικοί να αναγνωρίσουν τον φασισμό εκτός των συνόρων τους («φασισμός είναι μόνο αν προέρχεται από την περιοχή του φασισμού στη Γερμανία — αλλιώς είναι απλώς αυταρχισμός»), ο Έλον Μασκ κατάφερε να τους πείσει ότι εδώ πρόκειται για τον αυθεντικό.
Λιγότερος άρτος, περισσότερo θέαμα
Ο ποιητής Γιουβενάλης έγραφε ότι ο λαός της αρχαίας Ρώμης εξαγοράστηκε με άρτο και θεάματα ώστε να αποδεχτεί το τέλος της δημοκρατίας και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας που έγινε γνωστή ως Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το δοκιμασμένο και αποτελεσματικό εγχειρίδιο για να συνηθίσει μια κοινωνία την απολυταρχία είναι να καλύπτονται οι βασικές υλικές της ανάγκες, ενώ η προσοχή της διοχετεύεται σε δραστηριότητες που υποκαθιστούν την αυτοδιάθεση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί κάτι πιο ασυνήθιστο: φιλοδοξεί να επιβλέψει την καταστροφή και των τελευταίων υπολειμμάτων του κοινωνικού κράτους και τη φτωχοποίηση μεγάλου μέρους όσων απομένουν από τη μεσαία τάξη, εξαγοράζοντας ταυτόχρονα τη βάση στήριξής του αποκλειστικά με θέαμα. Η κυβέρνησή του δεν ενίσχυσε την οικονομία· αντίθετα, τη αποσταθεροποίησε ακόμη περισσότερο, σαν να επιδιώκει συνειδητά να κάνει τους ανθρώπους πιο επισφαλείς, πιο απελπισμένους και πιο εύκολα εκμεταλλεύσιμους. Και σε αντάλλαγμα γι’ αυτό, υποτίθεται ότι πρέπει να αρκεστούμε στο να παρακολουθούμε το βίαιο ριάλιτι της προεδρίας του. Λιγότερος άρτος, περισσότερο θέαμα.
Ό,τι κι αν ισχυρίζονται τα ακροδεξιά προπαγανδιστικά μέσα, οι δασμοί και η καταστολή της μετανάστευσης δεν πρόκειται να βελτιώσουν τις οικονομικές προοπτικές των λευκών πολιτών των ΗΠΑ. Ήδη, μια φτωχοποιημένη αμερικανική εργατική τάξη διατηρούνταν σε σχετική ανοχή μόνο χάρη στα φθηνά καταναλωτικά αγαθά που παράγονταν στο εξωτερικό από κακοπληρωμένη εργασία. Η μεταφορά αυτής της παραγωγής πίσω στις ΗΠΑ θα ήταν εφικτή μόνο αν απελπισμένοι Αμερικανοί εργαζόμενοι εξαναγκάζονταν να δουλεύουν για ακόμη χαμηλότερους μισθούς απ’ ό,τι σήμερα. Αντίστοιχα, η απέλαση όσων έχουν εξωθηθεί να εργάζονται στις πιο κακοπληρωμένες θέσεις της αγοράς θα κάνει απλώς τα αγαθά και τις υπηρεσίες ακριβότερα για όλους τους υπόλοιπους.
Ο πραγματικός λόγος πίσω από τους δασμούς και τις απελάσεις είναι ότι λειτουργούν ως μηχανισμοί απολυταρχίας: προσφέρουν τρόπους να μεγιστοποιήσει ο Ντόναλντ Τραμπ τη μόχλευση που ασκεί από το Οβάλ Γραφείο πάνω σε κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και απλούς ανθρώπους. Οι δασμοί του επιτρέπουν να διαπραγματεύεται συναλλακτικές συμφωνίες με κράτη και εταιρείες προς ίδιον όφελος· οι απελάσεις, να συγκροτεί μια πιστή παραστρατιωτική δύναμη, επιφορτισμένη με την επίθεση σε όποιον εκείνος ορίζει ως «εσωτερικό εχθρό».
Με τον ίδιο τρόπο ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει και τους μηχανισμούς προστασίας του ανταγωνισμού, όπως και το λεγόμενο Υπουργείο Δικαιοσύνης και τη δικαστική οδό γενικότερα. Αντίστοιχα, η διακοπή της χρηματοδότησης στην υγεία και την εκπαίδευση δεν πρόκειται να ενισχύσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά· στόχος της είναι αποκλειστικά η περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του Τραμπ, αφήνοντας τους απλούς ανθρώπους παγιδευμένους στον αγώνα για την ίδια τους την επιβίωση.
«Άνθρωποι, χρήματα, προϊόντα, ιδέες: αν περνούν παράνομα τα σύνορα των ΗΠΑ, είναι δουλειά μας να τα σταματήσουμε.» Διαφήμιση της ICE.
Πάνω απ’ όλα, ο στόχος είναι να συνηθίσει ο γενικός πληθυσμός στον πόνο — τόσο στον πόνο των άλλων όσο και στον δικό του. Αυτός είναι ο σκοπός των εξωδικαστικών δολοφονιών στην Καραϊβική και στον ανατολικό Ειρηνικό, των επιδεικτικά βίαιων συλλήψεων του Μαχμούντ Χαλίλ και άλλων κατόχων πράσινης κάρτας, καθώς και των προσπαθειών του Τραμπ να οπλοποιήσει το νομικό σύστημα. Γι’ αυτό και τα χειρότερα εγκλήματά τους δεν τα διαπράττουν κρυφά, αλλά τα μετατρέπουν σε θεάματα για τα μέσα ενημέρωσης.
Και πάλι, αντί να το δούμε απλώς ως την αυθάδεια λίγων κακόβουλων προσώπων, χρειάζεται να το κατανοήσουμε ως απάντηση σε δομικούς παράγοντες. Οι προηγούμενες γενιές απολυταρχών φρόντιζαν να κατευθύνουν πόρους προς το σκέλος του «άρτου» στο σχήμα «άρτος και θεάματα». Αν οι σημερινοί απολυταρχικοί δεν το κάνουν, αυτό δεν οφείλεται σε απερισκεψία, αλλά στους περιορισμούς που επιβάλλουν οι σύγχρονες συνθήκες. Εκεί ακριβώς πρέπει να αναζητήσουμε τις ρωγμές και τις ευάλωτες γραμμές τους.
Γύρος πρώτος
Με την έναρξη της δεύτερης εποχής Τραμπ, τα ισχυρά κινήματα βάσης που είχαν συγκρουστεί το 2020, τόσο από τη ριζοσπαστική πλευρά όσο και από την ακροδεξιά, είχαν περιοριστεί σε μέγεθος και ένταση. Η κρατική καταστολή πιθανότατα έπαιξε ρόλο σε αυτό — από την αντιμετώπιση της απόπειρας πραξικοπήματος της 6ης Ιανουαρίου 2021 έως τη δικαστική δίωξη του κινήματος Stop Cop City Παρ’ όλα αυτά, η ύφεση αυτών των κινημάτων παραμένει ένα από τα αινίγματα της εποχής μας. Είχε άραγε ολόκληρος ο πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών μετατραπεί σε ψηφιακούς θεατές, απομονωμένους ο καθένας στον εαυτό του;
Πολλοί περίμεναν ότι οι προεδρικές χάρες του Τραμπ θα έφερναν τους Proud Boys και τις ακροδεξιές πολιτοφυλακές ξανά στους δρόμους με πλήρη ισχύ. Ίσως αρκετοί από όσους θα εντάσσονταν σε αυτές να προτίμησαν τελικά να στρατολογηθούν στην ICE ή να περιμένουν από τους κρατικούς θεσμούς να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις του Τραμπ. Τι απέγιναν όμως τα εκατομμύρια ανθρώπων που είχαν συμμετάσχει στην εξέγερση για τον Τζορτζ Φλόιντ?
Οι πρώτες απείθαρχες κινητοποιήσεις, με αποκλεισμούς αυτοκινητοδρόμων και μαθητικές–φοιτητικές αποχές, σημειώθηκαν στο Λος Άντζελες στις αρχές Φεβρουαρίου. Αργότερα μέσα στον ίδιο μήνα ακολούθησαν οι πρώτες διαδηλώσεις έξω από αντιπροσωπείες της Tesla. Καθ’ όλη τη διάρκεια της άνοιξης, οι μεγαλύτερης ηλικίας, μεσοαστοί φιλελεύθεροι ήταν αναμφίβολα η κοινωνική ομάδα με τη μεγαλύτερη παρουσία στις κινητοποιήσεις. Αυτό δείχνει πόσο η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία διευκολύνθηκε από μια γενικευμένη απογοήτευση και αποξένωση. Σχεδόν κάθε άλλο κομμάτι της κοινωνίας είχε ήδη βυθιστεί στον κυνισμό. Οι σχετικά άνετοι φιλελεύθεροι ήταν οι μόνοι που ένιωθαν ακόμη ότι είχαν κάτι να χάσουν: την ιδέα ότι ζούσαν σε μια δημοκρατία.5
«Όλοι μισούν τον Έλον»
Όσο ειρηνικοί κι αν ήταν οι συμμετέχοντες, οι διαμαρτυρίες κατά της Tesla είχαν αποτέλεσμα. Οι εβδομαδιαίες κινητοποιήσεις έξω από καταστήματα της Tesla σε όλη τη χώρα, σε συνδυασμό με βανδαλισμούς και εμπρησμούς, συνέβαλαν σε μια σταθερή πτώση της υπερτιμημένης μετοχής της εταιρείας· στις 10 Μαρτίου κατρακύλησε κατά 15%. Την επόμενη μέρα, ο Τραμπ έστησε ουσιαστικά μια διαφημιστική φιέστα για την Tesla στον Λευκό Οίκο, σε αντάλλαγμα για άλλα 100 εκατομμύρια δολάρια από τον Μασκ. Η μετοχή ανέκαμψε, αλλά το επεισόδιο έδειξε ότι οι διαμαρτυρίες έπιαναν τόπο. Πιθανόν, μάλιστα, να προκάλεσε και πρόσθετες εντάσεις στη μεταξύ τους σχέση.
Ένα από τα πρώτα σημάδια ότι ο μηχανισμός Τραμπ δεν ήταν ανίκητος εμφανίστηκε την 1η Απριλίου, όταν ο εκλεκτός του Έλον Μασκ για το Ανώτατο Δικαστήριο του Ουισκόνσιν έχασε τις εκλογές, παρά το γεγονός ότι ο Μασκ είχε ρίξει πάνω από 25 εκατομμύρια δολάρια στην καμπάνια. Την επόμενη μέρα, ο Τραμπ ανακοίνωσε τους δασμούς του — μια αδέξια προσπάθεια να επαναφέρει την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ στο 1930, κάτι που μάλλον δεν είχαν κατά νου οι διακρατικοί καπιταλιστές τύπου Έλον Μασκ όταν τον στήριξαν. Οι διαμαρτυρίες κατά της Tesla δεν είχαν κοπάσει. Στις 22 Απριλίου, ο Μασκ δήλωσε σε ανήσυχους επενδυτές της Tesla ότι θα απομακρυνόταν από την Ουάσινγκτον και θα μετέφερε αλλού την προσοχή του.
Στις 27 Μαΐου, την ίδια ημέρα που κάτοικοι του Σαν Ντιέγκο συγκρούστηκαν με πράκτορες της ICE σε ένα από τα πρώτα δημόσια καταγεγραμμένα περιστατικά αντίστασης, ο Μασκ επέκρινε το «Μεγάλο Όμορφο Νομοσχέδιο» του Τραμπ. Στις 30 Μαΐου, ο Τραμπ διοργάνωσε μια τελετή αποχαιρετισμού για τον Μασκ — την τελευταία ημέρα που οι δυο τους μπόρεσαν να διατηρήσουν την εικόνα ότι βρίσκονταν σε καλές σχέσεις.
Στις 3 Ιουνίου, κάτοικοι της Μινεάπολης ανάγκασαν την ICE να αποχωρήσει από μια γειτονιά. Την επόμενη μέρα, άνθρωποι ήρθαν αντιμέτωποι με πράκτορες της ICE την ώρα που πραγματοποιούσαν εφόδους στο Σικάγο και στο Γκραντ Ράπιντς.
Στις 5 Ιουνίου, η σύγκρουση ανάμεσα στον Έλον Μασκ και τον Ντόναλντ Τραμπ ξέσπασε δημόσια, με τον Μασκ να δηλώνει ότι ο Τραμπ περιλαμβάνεται στους φακέλους Έπσταϊν και να υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε τρίτη διαδικασία καθαίρεσης.
Στις αρχές της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ, κάποιοι υπέθεταν ότι καπιταλιστές όπως ο Έλον Μασκ ήταν οι πραγματικοί εξουσιαστές στο παρασκήνιο και ότι τελικά θα αποδεικνύονταν ισχυρότεροι από τον ίδιο τον Τραμπ. Όμως, αν κοιτάξουμε το παράδειγμα της Ρωσίας, βλέπουμε ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν χρησιμοποίησε με επιτυχία τα εργαλεία του κράτους για να συντρίψει κάθε αντίπαλο, όσο πλούσιος κι αν ήταν. Μέχρι στιγμής, ο Μασκ έχει παίξει πολύ πιο αδύναμο χαρτί από τον Τραμπ. Όσο το κράτος καθορίζει τους όρους που επικρατούν στην αγορά και διατηρεί το μονοπώλιο της οργανωμένης βίας, ο έλεγχος του κράτους παραμένει το νόμισμα ισχύος που υπερισχύει όλων των άλλων.
Την αμέσως επόμενη μέρα —την Παρασκευή 6 Ιουνίου— άνθρωποι στο Λος Άντζελες αντέδρασαν σε μια επιδρομή της ICE, πυροδοτώντας ημέρες σφοδρών ταραχών. Ο Τραμπ ανέπτυξε την Εθνοφρουρά στην πόλη, επιβεβαιώνοντας τους φόβους όσων υποστήριζαν ότι ακριβώς αυτό επεδίωκε: βίαιες συγκρούσεις. Ωστόσο, οι κινητοποιήσεις δεν κόπασαν με την άφιξη της Εθνοφρουράς στο Λος Άντζελες. Αντίθετα, συνεχίστηκαν και ενέπνευσαν εκδηλώσεις αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα — το πρώτο κύμα συγκρουσιακών διαδηλώσεων από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε την εξουσία.
Διαδηλωτές στο Λος Άντζελες, Ιούνιος 2025.
Οι διαδηλώσεις No Kings είχαν προγραμματιστεί για τις 14 Ιουνίου, την ημέρα που ο Τραμπ είχε κανονίσει μια στρατιωτική παρέλαση στην Ουάσινγκτον για τα γενέθλιά του. Με την Εθνοφρουρά ήδη στους δρόμους, ορισμένοι φοβήθηκαν ότι η μέρα αυτή θα σηματοδοτούσε την αρχή στρατιωτικής διακυβέρνησης.
Η 14η Ιουνίου ξεκίνησε με έναν υποστηρικτή του Τραμπ να πυροβολεί πολλούς Δημοκρατικούς πολιτικούς στη Μινεσότα. Παρ’ όλα αυτά, πάνω από πέντε εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν σε διαδηλώσεις σε χιλιάδες διαφορετικά σημεία. Όπως τον Αύγουστο του 2014 και τον Μάϊο του 2020, η μαχητική σύγκρουση προηγήθηκε της μαζικής κινητοποίησης: αντί να αποθαρρύνει τον κόσμο, έφερε περισσότερους στους δρόμους, υπογραμμίζοντας το κατεπείγον της κατάστασης και αφαιρώντας τον έλεγχο της ειδησεογραφικής ατζέντας από τον Τραμπ. Αντίθετα, τη στρατιωτική παρέλαση του Τραμπ παρακολούθησαν μόνο λίγες χιλιάδες θεατές.
Στην ιστορία της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ, το πρώτο κεφάλαιο κλείνει με τις διαδηλώσεις της 14ης Ιουνίου. Μέχρι εκείνη τη μέρα, δεν ήταν σαφές πόση λαϊκή στήριξη υπήρχε για την αντίσταση, πόσο περιορισμένος ήταν ο ενθουσιασμός για την επιθυμία του Τραμπ να στραφεί ο στρατός ενάντια στην κοινωνία, ούτε τι θα συνέβαινε αν ο κόσμος έβγαινε μαζικά στους δρόμους.
Γύρος δεύτερος: ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ
Φυσικά, η ICE δεν έφυγε από το Λος Άντζελες. Ακολούθησε ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, στον οποίο οι μισθοφόροι της ICE ανακύκλωσαν τακτικές που είχαν χρησιμοποιήσει παλαιότερα νεοναζιστικές ομάδες σε κινητοποιήσεις δρόμου. Την ίδια στιγμή, τοπικοί οργανωτές ανέπτυξαν ένα πρακτικό εγχειρίδιο δράσης: παρακολουθούσαν τις μετακινήσεις τους, τους πίεζαν να εγκαταλείπουν ξενοδοχεία και εξόπλιζαν δίκτυα άμεσης αντίδρασης για να τους αντιμετωπίζουν.
Στις 4 Ιουλίου σημειώθηκε ένοπλο περιστατικό κατά τη διάρκεια διαδήλωσης στο Κέντρο Κράτησης Prairieland, νότια του Φορτ Γουόρθ στο Τέξας. Η αστυνομία συνέλαβε τελικά 18 άτομα, απαγγέλλοντάς τους μια σειρά κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και η «μεταφορά υλικού της Antifa». Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσίασε την υπόθεση ως την πρώτη δικαστική δίωξη κατά της «Antifa», επιδιώκοντας να δημιουργήσει δεδικασμένο για τη συνολική ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας. Η δίωξη παραμένει σε εξέλιξη.
Στις αρχές Αυγούστου, ένας έφηβος που είχε εργαστεί δίπλα στον Έλον Μασκ για τη διάλυση της Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης των ΗΠΑ (USAID) ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε επίθεση στο κέντρο της Ουάσινγκτον. Ο Μασκ τον είχε προσλάβει αρχικά στη Neuralink· μόλις που είχε τελειώσει το λύκειο και, μέχρι τον Αύγουστο, αυτό το παιδί είχε ήδη περάσει από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, την Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Υποδομών (CISA), την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών (FEMA), τη Διοίκηση Ασφάλειας Μεταφορών (TSA) και τη Διοίκηση Κοινωνικής Ασφάλισης. Αυτό το βιογραφικό λέει πολλά για το είδος της «εξειδίκευσης» —και της ασφάλειας— που συναντά κανείς στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες επί Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Τραμπ αξιοποίησε την ευκαιρία για να αναπτύξει την Εθνοφρουρά στην Ουάσινγκτον. Ωστόσο, η παρουσία στρατιωτών στους δρόμους της πρωτεύουσας δεν κατέστειλε τις εκφράσεις διαφωνίας. Αντίθετα, λειτούργησε απομυθοποιητικά: έδειξε ότι η στρατιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου δεν αρκεί για να παγιώσει τον έλεγχο, ενώ την ίδια στιγμή ενθάρρυνε τα σώματα ενόρκων να αψηφούν ανοιχτά τους εισαγγελείς.
Μισθοφόροι της ICE ανακύκλωσαν τακτικές που είχαν χρησιμοποιήσει παλαιότερα νεοναζιστικές ομάδες σε κινητοποιήσεις δρόμου.
Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο ρατσιστής προπαγανδιστής Τσάρλι Κερκ πυροβολήθηκε ενώ προωθούσε την ατζέντα του Τραμπ σε πανεπιστήμιο της Γιούτα. Παρότι ο νεαρός που σκότωσε τον Κερκ είχε μεγαλώσει ο ίδιος σε συντηρητική οικογένεια, ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να ζητήσουν καταστολή «της αριστεράς», με έναν υποστηρικτή του Τραμπ να δηλώνει χωρίς ίχνος ειρωνείας ότι ο πυροβολισμός του Τσάρλι Κερκ ήταν «ο αμερικανικός εμπρησμός του Ράιχσταγκ». Για πρώτη φορά από τότε που ο Τραμπ ανέλαβε την εξουσία, φασιστικές ομάδες βάσης σε όλη τη χώρα πραγματοποίησαν δημόσιες κινητοποιήσεις.6
Οι κεντρώοι προσέφεραν πολιτική κάλυψη στον Τραμπ και τους υποστηρικτές του, συντασσόμενοι με τη χορωδία των Ρεπουμπλικανών που αντιμετώπισαν τον θάνατο του Κερκ ως τραγωδία μεγαλύτερης σημασίας από τις δεκάδες χιλιάδες ζωές που χάνονται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ από την ένοπλη βία — ανάμεσά τους και οι Δημοκρατικοί πολιτικοί που δολοφονήθηκαν τρεις μήνες νωρίτερα. Είτε παρακινούνταν από φόβο είτε από μια υποτιθέμενη αγωνία για την ανθρώπινη ζωή —κάτι αμφίβολο αν αναλογιστεί κανείς τη σιωπή τους απέναντι στη γενοκτονία στη Γάζα— το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: έδωσαν στην κυβέρνηση Τραμπ και στους υποστηρικτές της ελεύθερο πεδίο δράσης.
Ο Τραμπ και οι αυλικοί του επιταχύνουν την πορεία προς τον φασισμό όσο πιο γρήγορα μπορούν. Οι σκηνές του σεναρίου είναι ήδη γραμμένες από πριν. Δεν υπάρχει κάτι όπως το «να τους δώσεις αφορμή» για να καταστείλουν — είναι αποφασισμένοι να αξιοποιήσουν κάθε ευκαιρία που θα παρουσιαστεί, όσο τραβηγμένη κι αν είναι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι υπόλοιποι θα τους διευκολύνουν να το κάνουν.
Ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ τον Φεβρουάριο του 1933 επέτρεψε στους Ναζί να εδραιώσουν την εξουσία τους στη Γερμανία μόνο επειδή οι άλλες πολιτικές δυνάμεις αντέδρασαν παραχωρώντας τους έκτακτες εξουσίες. Ο τρόπος να αποτραπεί ένας «εμπρησμός του Ράιχσταγκ» δεν είναι να επιχειρήσουμε να ελέγξουμε όσους αντιδρούν στη βία του κράτους, αλλά να αρνηθούμε, χωρίς καμία εξαίρεση, να νομιμοποιήσουμε φασιστικές πρωτοβουλίες ή αφηγήσεις. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό είναι συνενοχή — απλή και καθαρή.
Τσάρλι Κερκ, γνώρισε τον Χορστ Βέσελ. (ΣτΜ: Ο Χορστ Βέσελ ήταν στέλεχος των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου που δολοφονήθηκε το 1930 και στη συνέχεια ανακηρύχθηκε σε «μάρτυρα» του ναζιστικού κινήματος. Η περίπτωσή του χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί για την κατασκευή αφηγήματος περί «αριστερής τρομοκρατίας» και τη νομιμοποίηση της μαζικής καταστολής.)
Στις 17 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι χαρακτήριζε την «Antifa» ως «μεγάλη τρομοκρατική οργάνωση». Ικανοποιημένη από την πρόοδο της πρώτης φάσης του σχεδίου της —«πρώτα ήρθαν για τους μετανάστες»— η κυβέρνηση Τραμπ περνούσε στο επόμενο στάδιο: «έπειτα ήρθαν για τους αντιφασίστες». Μια κυβέρνηση δεν ανακοινώνει ότι ασπάζεται τον φασισμό· απλώς κηρύσσει τους αντιφασίστες εχθρούς του κράτους.
Στις 21 Σεπτεμβρίου, σχεδόν 100.000 άνθρωποι κατέκλυσαν ένα στάδιο στην Αριζόνα για μια συγκέντρωση του Τραμπ που παρουσιάστηκε ως τελετή μνήμης για τον Τσάρλι Κερκ. Η ομιλία του Στίβεν Μίλερ αντλούσε ευθέως από τη ρητορική του ναζιστή προπαγανδιστή Γιόζεφ Γκέμπελς. Ο Τραμπ και ο Μασκ εμφανίστηκαν μαζί για πρώτη φορά μετά τον Μάιο. Παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως θύματα, ο Τραμπ και οι υποστηρικτές του κατάφεραν να ανακτήσουν δυναμική μετά τις ανατροπές του Ιουνίου. Οι φασίστες οφείλουν να εμφανίζονται ταυτόχρονα ως Übermensch — ως “υπεράνθρωποι”— και ως κατατρεγμένοι· αυτή η κινητήρια αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα του εγχειρήματός τους.
Η Εθνοφρουρά εξακολουθούσε να αναπτύσσεται στους δρόμους του Λος Άντζελες και της Ουάσινγκτον. Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει ότι θα ανέπτυσσε την Εθνοφρουρά και στο Σικάγο, όπου βρισκόταν σε εξέλιξη μια εκτεταμένη επιχείρηση της ICE, καθώς και στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Στις 30 Σεπτεμβρίου, συγκάλεσε στρατιωτικούς αξιωματούχους των ΗΠΑ από όλο τον κόσμο για να τους δώσει οδηγίες να χρησιμοποιούν αμερικανικές πόλεις ως «πεδία εκπαίδευσης».
«Δεχόμαστε εισβολή εκ των έσω», δήλωσε ο Τραμπ σε συγκέντρωση της στρατιωτικής ηγεσίας των ΗΠΑ στις 30 Σεπτεμβρίου. «Καμία διαφορά από έναν ξένο εχθρό.»
Στις 8 Οκτωβρίου, ο Τραμπ φιλοξένησε ένα πάνελ ακροδεξιών απατεώνων, των οποίων το επιχειρηματικό μοντέλο βασιζόταν στη διάδοση φόβου και ψεμάτων για τους αντιφασίστες. Ένας από τους καλεσμένους, ο Τζακ Ποσόμπιετς, δήλωσε ρητά —με την επιδοκιμασία του Τραμπ και των αυλικών του— ότι η «Antifa» προέρχεται από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, καθιστώντας απολύτως σαφές ότι η κυβέρνηση θεωρούσε εχθρούς της όσους αντιστάθηκαν στην άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ.
Ήταν μια τρομακτική στιγμή για όποιον αντιστεκόταν στον φασισμό. Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν χάσει τη δουλειά τους επειδή δεν αντέδρασαν στον θάνατο του Τσάρλι Κερκ με τρόπο που να ικανοποιεί τους εργοδότες τους· η οργάνωση Turning Point στοχοποιούσε τον έναν πανεπιστημιακό μετά τον άλλον, απαιτώντας την αναστολή τους. Ο Μαρκ Μπρέι, συγγραφέας του Antifa: Το Αντίφασιστικό Εγχειρίδιο, εγκατέλειψε τη χώρα. Η αντιφασιστική πλατφόρμα ενημέρωσης It’s Going Down ανέστειλε τη λειτουργία της.
Σε μια τέτοια κατάσταση, είναι δελεαστικό να εγκαταλείψει κανείς τις πρωτοβουλίες δράσης και να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην προετοιμασία για την καταστολή — όμως αυτό σημαίνει ότι παραχωρεί την πρωτοβουλία στις αρχές, επιτρέποντάς τους να συνεχίσουν να κερδίζουν δυναμική.
Η κυβέρνηση Τραμπ ετοίμαζε την επόμενη φάση της επίθεσής της. Πόσο μακριά ήταν διατεθειμένη να φτάσει — και πόσο γρήγορα;
Πράκτορας της ICE στο Σικάγο σημαδεύει απευθείας έναν φωτογράφο. Φθινόπωρο 2025.
Η παλίρροια γυρίζει
Ενόψει της επανάληψης των διαδηλώσεων No Kings στις 18 Οκτωβρίου, ο Τραμπ και οι αυλικοί του χαρακτήρισαν τους συμμετέχοντες «υποστηρικτές της Χαμάς», «antifa» και «πληρωμένους διαδηλωτές», που εκπροσωπούν «την τρομοκρατική πτέρυγα» του Δημοκρατικού Κόμματος — μια «μικρή αλλά εξαιρετικά βίαιη και θορυβώδη ομάδα». Φαίνεται πως αυτό δεν αποθάρρυνε κανέναν. Ξεπερνώντας κάθε προσδοκία, σχεδόν επτά εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους στις διαδηλώσεις του Οκτωβρίου, αισθητά περισσότεροι από τον Ιούνιο.
Παρότι οι ίδιες οι κινητοποιήσεις ήταν ως επί το πλείστον ήπιες και ελεγχόμενες από τοπικούς Δημοκρατικούς, προσέλκυσαν ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων — ανάμεσά τους και πολλούς που ήταν πρόθυμοι να εμπλακούν σε πιο απτές μορφές διαμαρτυρίας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η ICE ήταν ενεργή.
Οι αναπτύξεις της Εθνοφρουράς από τον Τραμπ προσέκρουαν σε νομικά εμπόδια. Την τελευταία στιγμή, ακύρωσε μια απειλούμενη ανάπτυξη στρατευμάτων στο Σαν Φρανσίσκο. Η αντίσταση στις επιχειρήσεις της ICE συνεχίστηκε στο Σικάγο και αλλού σε όλη τη χώρα, τροφοδοτώντας νέα δίκτυα βάσης και νέες τακτικές.
Τα εκλογικά αποτελέσματα της 4ης Νοεμβρίου έδειξαν ότι, κάθε άλλο παρά να οικοδομεί συναίνεση υπέρ της διακυβέρνησής του, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχανε στήριξη. Η «καυτή πατάτα» άλλαξε ξανά χέρια: ψηφοφόροι που είχαν ρίξει ψήφο διαμαρτυρίας εναντίον του Μπάιντεν τώρα καταλόγιζαν την οικονομία στον Τραμπ. Με την εκλογή του Ζόχραν Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης, οι ψηφοφόροι απέρριψαν τους κεντρώους Δημοκρατικούς που, για ακόμη μία φορά, υποστήριζαν ότι η νίκη του Τραμπ σήμαινε πως οι δημοκρατικές πολιτικές έπρεπε να μετατοπιστούν ακόμη πιο δεξιά. Η νίκη του Μαμντάνι έδωσε επίσης στον Τραμπ έναν επιπλέον αντίπαλο να παρακολουθεί, αποσπώντας την προσοχή του από την «Antifa» προς άλλες απειλές.
Στον απόηχο των εκλογών, άρχισαν να γίνονται ορατά νέα ρήγματα στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Η λεγόμενη «ομάδα εργασίας για τον αντισημιτισμό» του Heritage Foundation παραιτήθηκε, όταν ο πρόεδρος του ιδρύματος υπερασπίστηκε τον ακροδεξιό podcaster Τάκερ Κάρλσον επειδή έδινε βήμα σε έναν δηλωμένο αντισημίτη. Οι σιωνιστές Εβραίοι που είχαν συμμαχήσει με τους χριστιανούς εθνικιστές στο όνομα της εξόντωσης των Παλαιστινίων πιθανότατα γνώριζαν ήδη ότι αυτή η συμμαχία περιλάμβανε και ανθρώπους που επιθυμούσαν την εξόντωση των Εβραίων. Όμως, μέχρι τον Νοέμβριο είχε γίνει σαφές ότι οι εβραίοι σιωνιστές δεν ήταν αυτοί που κρατούσαν το τιμόνι· και καθώς το ενδεχόμενο εκλογικών απωλειών γινόταν πιο απτό, μειωνόταν και το κίνητρό τους να ανεχτούν αυτή την κατάσταση στο όνομα της διατήρησης της εξουσίας.
Η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το Κογκρέσο ύστερα από σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ για την άρνησή του να δημοσιοποιήσει τους φακέλους Έπσταϊν, δηλώνοντας ότι «αρνούμαι να είμαι μια “κακοποιημένη σύζυγος” που ελπίζει ότι όλα θα περάσουν και θα βελτιωθούν». Παρότι η αποχώρησή της από το αξίωμα υποδηλώνει αναβρασμό σε ορισμένα τμήματα της βάσης του Τραμπ, επιβεβαιώνει ταυτόχρονα ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να κρατά στα χέρια του εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στους Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς.
Για να παγιώσει έναν βαθμό ελέγχου πάνω στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αντίστοιχο με εκείνον που εγκαθίδρυσαν ο Πούτιν, ο Όρμπαν και ο Ερντογάν στη Ρωσία, την Ουγγαρία και την Τουρκία, ο Τραμπ πρέπει να δείχνει ότι μπορεί να θυσιάσει ακόμη και τους πιο φανατικούς συμμάχους του. Κάθε επιτυχημένη απολυταρχία περιλαμβάνει αυτού του τύπου τις φαρσικές εσωτερικές συγκρούσεις και το διαρκές παζάρι για θέσεις ισχύος. Δεν είναι τυχαίο που το ονομάζουν «ανταγωνιστικό αυταρχισμό».
Σε ένα πολωμένο πολιτικό κλίμα, τέτοιου είδους ρήγματα δύσκολα θα στρέψουν ένα ουσιαστικό κομμάτι της βάσης του Τραμπ εναντίον του· δείχνουν όμως γιατί ο Τραμπ είναι υποχρεωμένος να προβάλλει ισχύ ανά πάσα στιγμή. Οι υποστηρικτές του έχουν εξευτελιστεί για χάρη της λατρείας του — έχουν υιοθετήσει ψεύδη, έχουν δικαιολογήσει θηριωδίες, έχουν ανεχτεί κραυγαλέες γνωστικές αντιφάσεις. Τη στιγμή που τα ανταλλάγματα για αυτή τη στάση θα πάψουν να υφίστανται, θα ακολουθήσει κόλαση.
Δικαιοσύνη που καθυστερεί είναι δικαιοσύνη που δεν δίδεται.
Το Bitcoin είχε εκτοξευτεί όταν ο Τραμπ ανέλαβε την εξουσία, ενόψει της απορρύθμισης των κρυπτονομισμάτων που είχε υποσχεθεί. Έφτασε στο υψηλότερο σημείο του ακριβώς πριν από το πάνελ του Λευκού Οίκου που διέσπειρε φόβο γύρω από την «Antifa». Τον Νοέμβριο, όμως, κατέρρευσε, χάνοντας σχεδόν το ένα τρίτο της αξίας του. Την ίδια περίοδο, άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι η επενδυτική φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να σκάσει, συμπαρασύροντας το χρηματιστήριο. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί πιθανότατα φοβήθηκαν ότι οι δασμοί του Τραμπ και η γενικευμένη απερισκεψία του θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια οικονομική κρίση. Αυτό ενδέχεται να μείωσε την προθυμία τους να συγκαταλέγονται στους πιο δουλοπρεπείς υποστηρικτές του.
Στις 26 Νοεμβρίου, δύο άνδρες της Εθνοφρουράς πυροβολήθηκαν στην Ουάσινγκτον από έναν απογοητευμένο βετεράνο του πολέμου στο Αφγανιστάν. Ο Τραμπ επιχείρησε για άλλη μια φορά να αξιοποιήσει το γεγονός για να εντείνει την εκστρατεία του κατά των μεταναστών, όμως η στρατηγική του «εμπρησμού του Ράιχσταγκ» απέδιδε πλέον ολοένα και λιγότερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πυροβολισμός δεν θα είχε συμβεί αν ο Τραμπ δεν είχε αναπτύξει εξαρχής την Εθνοφρουρά. «Κατάπιε την αράχνη για να πιάσει τη μύγα… δεν ξέρω γιατί κατάπιε τη μύγα.» (ΣτΜ: Αναφορά στο αγγλικό παιδικό τραγούδι There Was an Old Lady Who Swallowed a Fly, όπου μια γυναίκα προσπαθεί να διορθώσει ένα λάθος προκαλώντας διαδοχικά μεγαλύτερες καταστροφές.)
Στις 29 Νοεμβρίου, η ICE επιχείρησε να πραγματοποιήσει μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση στη Νέα Υόρκη, μόνο για να ματαιωθεί πλήρως από τη λαϊκή αντίσταση. Άνθρωποι περικύκλωσαν τους πράκτορες της ICE, τους μπλόκαραν και τους συνόδευσαν εκτός πόλης. Αντί να υποτάξει τον πληθυσμό, η βαριά και απροκάλυπτη προσπάθεια του Τραμπ να μετατρέψει τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες σε πολιτικό όπλο εξόργισε τον κόσμο, τραβώντας τον έξω από την απόγνωση και τον φόβο και ωθώντας τον σε παθιασμένη συλλογική δράση.
Ζήτω ο λαός / Μην δαγκώνεις τα χέρια που σε ταΐζουν / Ο Ιησούς μάς είπε να αγαπάμε τον πλησίον μας, όχι να τον απελαύνουμε
Η μάχη που έρχεται
Στις 15 Δεκεμβρίου κυκλοφόρησαν ειδήσεις ότι, ως απάντηση στη ραγδαία πτώση της κοινής γνώμης απέναντι στις επιδρομές κατά μεταναστών, οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες θα περνούσαν σε μια πιο συγκρατημένη στρατηγική. Την ίδια ημέρα, το FBI του Κας Πατέλ ανακοίνωσε ότι συνέλαβε πέντε φερόμενα μέλη «ενός αντικαπιταλιστικού, αντικυβερνητικού κινήματος», εκ των οποίων οι τέσσερις κατηγορήθηκαν για συμμετοχή σε συνωμοσία κατασκευής βομβών. Το κατηγορητήριο φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κλασικής υπόθεσης παγίδευσης.
Το τέλος του 2025 μας βρίσκει σε ακόμη ένα σημείο καμπής. Αν οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες δεν έχουν ακόμη κινηθεί με πλήρη ισχύ εναντίον κάποιου άλλου στόχου πέρα από τους μετανάστες, αυτό οφείλεται μόνο στο ότι ο κόσμος πάλεψε τόσο σκληρά για να μπλοκάρει την ICE. Εδώ αποκαλύπτεται το πραγματικό νόημα της αλληλεγγύης: ο καλύτερος τρόπος να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας αύριο είναι να προστατεύσουμε ο ένας τον άλλον σήμερα. Ο Τραμπ και οι αυλικοί του θα πραγματοποιούσαν ήδη εξωδικαστικές δολοφονίες στις κοινότητές μας, αν μπορούσαν. Και μπορεί ακόμη να το κάνουν.
Έχοντας ήδη στήσει το σκηνικό για τη στοχοποίηση των αντιφασιστών, είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες θα προχωρήσουν. Κάθε πράκτορας του FBI που θέλει σήμερα να κάνει καριέρα έχει κίνητρο να στήσει μια υπόθεση παγίδευσης, ενώ είναι πιθανό να ακολουθήσουν και πιο φιλόδοξες επιθέσεις. Αν αυτές καταφέρουν να επιβάλουν τη σιωπή, αν οι σκευωρίες «πουλήσουν» καλά στην τηλεόραση και στρέψουν την κοινή γνώμη ενάντια στη λαϊκή αντίσταση, αυτό θα ενθαρρύνει όχι μόνο το καθεστώς Τραμπ, αλλά και Δημοκρατικούς πολιτικούς που θα ήθελαν ευχαρίστως να ξεφορτωθούν τους ενοχλητικούς τους αντιπάλους. Πρέπει να απαντήσουμε στον επόμενο γύρο καταστολής με τρόπους που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά, για να πειραματιστούν με νέες τακτικές — όπως ακριβώς συγκροτήθηκαν δίκτυα άμεσης αντίδρασης απέναντι στις επιδρομές της ICE.
Δεν είναι η πρώτη φορά — ούτε καν η πρώτη φορά σε αυτόν τον αιώνα — που ομοσπονδιακές υπηρεσίες ανακηρύσσουν τους αναρχικούς ως τον υπ’ αριθμόν ένα «εσωτερικό εχθρό». Το FBI έκανε ακριβώς το ίδιο τον Μάιο του 2005. Μέσα σε επτά μήνες, είχε δρομολογήσει την «Επιχείρηση Backfire», μία από τις εμβληματικές υποθέσεις του Green Scare δίπλα στη δίωξη των SHAC 7. Κοιτώντας πίσω είκοσι χρόνια μετά, μπορούμε να δούμε ότι το να αρνηθούμε να αφήσουμε τα κινήματά μας να διαρραγούν υπό πίεση είναι εξίσου κρίσιμο για την ασφάλειά μας όσο και οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρακτική «κουλτούρας ασφάλειας».
Αν η στήριξη προς τον Τραμπ συνεχίσει να καταρρέει, αυτό μπορεί να τον εμποδίσει να στοχοποιήσει τους αντιπάλους του με συστηματικό τρόπο, δεν θα μειώσει όμως τον κίνδυνο που συνιστά. Αν η θέση του γίνει πιο επισφαλής, θα υπάρξουν περισσότεροι «εμπρησμοί του Ράιχσταγκ», περισσότερα Σάρλοτσβιλ. Όπως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, μπορεί να υποκινήσει πολέμους — ή και κάτι χειρότερο — ως μέσο για να αποφύγει την ώρα της λογοδοσίας του.
Ωστόσο, η μόνη οδός διαφυγής περνά μέσα από τη σύγκρουση. Σήμερα είναι πια ξεκάθαρο σε όλους ότι δεν υπάρχει πορεία προς ένα καλύτερο μέλλον που να μην ξεκινά από την οικοδόμηση της ικανότητας να αντιστεκόμαστε στη βία του κράτους.
Οι εκλογές
Με κύριο μέλημα την καρέκλα, οι Δημοκρατικοί πολιτικοί επιχειρούν να στρέψουν την προσοχή στις εκλογές του 2026, την ώρα που το ίδιο το Κογκρέσο έχει σε μεγάλο βαθμό παραγκωνιστεί από την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Οι εκλογές του 2026 θα μπορούσαν να αποδειχθούν για τη δεύτερη θητεία του Τραμπ ό,τι ήταν η έρευνα Μιούλερ για την πρώτη: ένα θέαμα που αποσπά τον κόσμο από το επείγον καθήκον της οικοδόμησης πραγματικής ισχύος. Ανεξάρτητα από το πώς θα ψηφίσουν οι άνθρωποι, οι εκλογές θα έχουν σημασία μόνο αν ο συσχετισμός δυνάμεων μετατοπιστεί εναντίον του Τραμπ — τόσο στους δρόμους όσο και στο εσωτερικό του κράτους.
Το 2022, συντρόφια μας στην Τουρκία περιέγραφαν μια παρόμοια δυναμική υπό τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν:
Τα τελευταία δέκα χρόνια, υπάρχει πάντα μια εκλογική αναμέτρηση στον ορίζοντα, στην οποία οι άνθρωποι ελπίζουν ότι θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για τον Ερντογάν… έχουν προηγηθεί τουλάχιστον έξι τέτοιες εκλογές, από δημοψήφισμα έως προεδρικές, βουλευτικές και δημοτικές εκλογές. Κάποιες από αυτές επαναλήφθηκαν μέχρι να προκύψει το «σωστό» αποτέλεσμα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσει από την εξουσία οικειοθελώς. Στις 23 Οκτωβρίου, ο Στιβ Μπάνον δήλωσε ότι υπάρχει σχέδιο ώστε να εξασφαλιστεί μια τρίτη θητεία για τον Τραμπ. Αν δεν είχε προηγηθεί η εξέγερση για τον Τζορτζ Φλόιντ, ο Τραμπ θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταφέρει να επιστρατεύσει περισσότερα τμήματα του κρατικού μηχανισμού στην απόπειρα πραξικοπήματος του 2020. Αυτή τη φορά, έχει τοποθετήσει πιστούς του επικεφαλής σε όλες τις υπηρεσίες που τότε αρνήθηκαν να τον στηρίξουν. Είναι πιθανό να ολοκληρώσει αυτή τη θητεία με μια κυβέρνηση ακόμη πιο κατακερματισμένη από την προηγούμενη — αλλά μόνο αν ασκήσουμε σημαντική πίεση.
Αλλάξτε τις τακτικές σας πριν να είναι πολύ αργά.
Αν ο Τραμπ δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την εξουσία οικειοθελώς, τότε οφείλουμε να επανεκτιμήσουμε ανάλογα τις στρατηγικές διαμαρτυρίας μας. Πρέπει να οικοδομήσουμε την ικανότητα να ασκούμε πίεση με τρόπους που οι στρατιωτικοποιημένοι μηχανισμοί κατοχής δεν μπορούν εύκολα να αντιμετωπίσουν. Οι Δημοκρατικοί που υποστήριξαν ότι οι αναπτύξεις της Εθνοφρουράς από τον Τραμπ δεν ήταν αναγκαίες, με το σκεπτικό ότι οι διαδηλωτές δεν ήταν αρκετά «απείθαρχοι» ώστε να τις δικαιολογούν, σκέφτονται με έναν τρόπο που εξυπηρετεί μόνο τον ίδιο τον Τραμπ. Η παραμονή σε μια ήρεμη, πειθαρχημένη και «καθωσπρέπει» στάση δεν θα κάνει τίποτε άλλο από το να ανοίξει τον δρόμο στον φασισμό. Το ερώτημα δεν είναι πώς θα κρατήσουμε τα πλήθη υπό έλεγχο, αλλά πώς θα γίνουμε αδύνατο να ελεγχθούμε.
Ακόμη και όσοι ενδιαφέρονται αποκλειστικά για εκλογικές νίκες οφείλουν να κατανοήσουν τη σημασία της αναταραχής από τα κάτω, όπως είδαμε το 2020:
Σε σειρά άρθρων γνώμης, κεντρώοι εξέφραζαν την ανησυχία ότι οι συγκρούσεις στους δρόμους τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2020 θα μπορούσαν να γείρουν τις εκλογές υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ. Στην πραγματικότητα, η εγγραφή ψηφοφόρων στους Δημοκρατικούς αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2020 κατά 50%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στους Ρεπουμπλικανούς ήταν μόλις 6% εκείνον τον μήνα. Όσοι δήλωσαν ότι οι διαδηλώσεις επηρέασαν την ψήφο τους το 2020 ψήφισαν τον Τζο Μπάιντεν με διαφορά ολόκληρων 7 ποσοστιαίων μονάδων.
Με άλλα λόγια, η εξέγερση για τον Τζορτζ Φλόιντ συνέβαλε καθοριστικά στην εκλογή του Μπάιντεν.
Και να θυμόμαστε: η εξέγερση για τον Τζορτζ Φλόιντ δεν ξεκίνησε με καμπάνια εγγραφής ψηφοφόρων. Ξεκίνησε με τον εμπρησμό ενός αστυνομικού τμήματος. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Newsweek, το 54% όσων ερωτήθηκαν πίστευαν ότι αυτό ήταν δικαιολογημένο. Αν αυτό δεν είχε συμβεί, το κίνημα δεν θα είχε καταφέρει να φέρει τις δολοφονίες των Τζορτζ Φλόιντ, Μπριόνα Τέιλορ και άλλων στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου και δεν θα υπήρχε κανένα εκλογικό όφελος για το Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν υπάρχει τρόπος να οικοδομηθούν ισχυρά κινήματα χωρίς πραγματική δράση ενάντια στις αιτίες της αδικίας.
Ακόμη κι αν ο Τραμπ απομακρυνθεί από την εξουσία, είτε μέσω εκλογών είτε με άλλον τρόπο, ο αυταρχισμός ήρθε για να μείνει. Τώρα που αυτό είναι το ανερχόμενο μοντέλο, βλέπουμε πολιτικούς από όλο το πολιτικό φάσμα να σπεύδουν να συναγελαστούν με τους εν ενεργεία δεσπότες — όχι μόνο τον Έρικ Άνταμς, αλλά ακόμη και τον Ζόχραν Μαμντάνι – ή να δανείζονται σελίδες από το εγχειρήδιο του Γκάβιν Νιούσομ. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει επανεφευρεθεί ως το ιδιωτικό όχημα ενός και μόνο ανθρώπου· και οι Δημοκρατικοί που κοπίασαν τόσο για να αυτοπαρουσιαστούν ως αυτάρεσκοι θεματοφύλακες των κανόνων σπεύδουν τώρα να μιμηθούν τους αντιπάλους τους.
Αν ή όταν ο Τραμπ χάσει τον έλεγχο, θα ακολουθήσει αγώνας εξουσίας, και ο νικητής θα μπορούσε να είναι ένας αυταρχικός ηγέτης σαν κι αυτόν — από οποιοδήποτε από τα δύο κόμματα. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο, αν θέλουμε να δούμε πραγματική κοινωνική αλλαγή, πρέπει να οικοδομήσουμε κινήματα βάσης που δεν εξαρτώνται από την αντιπροσωπευτική πολιτική και που μπορούν να δρουν αποτελεσματικά ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στο αξίωμα.
Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο σε όλους ότι ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετοι Δημοκρατικοί δεν συνιστούν πραγματική εναλλακτική, όσο κι αν ανανεώνουν τα προεκλογικά τους προγράμματα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν ώθησε εκατομμύρια ανθρώπους να ψηφίσουν τον Τραμπ επειδή οι Δημοκρατικοί απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που παράγει ο καπιταλισμός. Αν καταφέρουμε να εκδιώξουμε τον Τραμπ από την εξουσία για άλλη μια φορά μόνο και μόνο για να επαναλάβουμε ξανά τον ίδιο κύκλο, το επόμενο κύμα φασισμού θα είναι πιο φρικτό απ’ όσο μπορούμε να φανταστούμε.
Το κίνημα ενάντια στον Τραμπ οφείλει να σκάψει βαθύτερα και να κοιτάξει πέρα από την εκλογική πολιτική. Πρέπει να βάλουμε στο κέντρο πρακτικές που τοποθετούν την εξουσία στα χέρια των απλών ανθρώπων, ακολουθώντας μια στρατηγική που παρακάμπτει και απονομιμοποιεί την κομματική πολιτική, μαζί με τον καπιταλισμό και τη βία που τον στηρίζει. Πρέπει να αποδομήσουμε τους ίδιους τους μηχανισμούς που παράγουν δισεκατομμυριούχους εξαρχής. Έχουμε ήδη πάρει μια γεύση από το πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτό.
Το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από έναν και μόνο πολιτικό, κόμμα ή κυβέρνηση. Οι ίδιες δυνάμεις που έφεραν τον Τραμπ στην εξουσία στις Ηνωμένες Πολιτείες φέρνουν αντίστοιχες φιγούρες στην εξουσία στην Αργεντινή, τη Χιλή, την Ευρώπη. Ζούμε τους επιθανάτιους σπασμούς μιας κοινωνικής τάξης αιώνων, που απειλεί να μας καταστρέψει μαζί με τον εαυτό της. Θα επιβιώσουμε μόνο αν καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τα άμεσα προβλήματα που έχουμε μπροστά μας με τρόπους που να μας επιτρέπουν να χτίσουμε όλοι μαζί έναν νέο τρόπο ζωής. Αυτή είναι η κρυφή υπόσχεση των δικτύων άμεσης αντίδρασης.
Μέλη της κοινότητας σε βάρδια επιτήρησης κατά της ICE κοντά σε σχολείο.
Πώς θα ξεφύγουμε από την εποχή Τραμπ
Πώς ανατρέπεις έναν μονάρχη;
Πρώτα, εντόπισε τα τμήματα της βάσης στήριξής του που δεν είναι μόνιμα δεσμευμένα στην κυριαρχία του, αλλά των οποίων η υποστήριξη είναι απαραίτητη για να παραμείνει στην εξουσία. Ανέλυσε τα συμφέροντά τους. Εντόπισε τι είναι για αυτούς πιο σημαντικό από τη διατήρηση της εξουσίας του. Σκέψου ποια είναι τα ευάλωτα σημεία τους. Έπειτα, βρες μια μορφή δράσης που θα μπορούσε να φέρει αυτό το τμήμα των υποστηρικτών του μονάρχη σε μια κατάσταση όπου θα προτιμήσουν να αποσύρουν τη στήριξή τους.
Εμπλακείτε σε αυτή τη δράση — μέχρι όσο πάει. Επαναλάβετε όσο απαιτείται, μέχρι αρκετοί τομείς της κοινωνίας να μετατοπίσουν τις δεσμεύσεις τους.
Κάτι ανάλογο συνέβη το καλοκαίρι του 2020, όταν ο Τραμπ συγκέντρωσε ομοσπονδιακούς πράκτορες στο Πόρτλαντ σε μια προσπάθεια να δείξει στους υποστηρικτές του από την καπιταλιστική τάξη ότι μπορούσε να επιβάλει την τάξη και να διασφαλίσει τη «συνέχιση της κανονικότητας» για τις επιχειρήσεις. Ουσιαστικά, προσπαθούσε να πείσει πιθανούς επενδυτές σε ένα πραξικόπημα ότι μπορούσε να το φέρει εις πέρας. Επειδή απέτυχε, οι περισσότεροι μεγάλοι καπιταλιστές δεν στήριξαν την απόπειρα πραξικοπήματος του 2021. Τα εύσημα γι’ αυτό ανήκουν στα πλήθη που εμφανίζονταν κάθε βράδυ· οι θαρραλέες προσπάθειές τους όχι μόνο νίκησαν τους ομοσπονδιακούς πράκτορες, αλλά έπεισαν και τμήματα της άρχουσας τάξης ότι οι προσπάθειες του Τραμπ να παραμείνει στην εξουσία θα τους έθεταν απλώς σε κίνδυνο.
Οι αντι-Tesla διαδηλώσεις της άνοιξης του 2025 έδειξαν στην πράξη την αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής. Απέναντι σε ένα ενιαίο μέτωπο φασιστών δημαγωγών, χριστιανών εθνικιστών και δισεκατομμυριούχων της τεχνολογίας, οι διαδηλωτές άσκησαν πίεση σε αντιπροσωπείες της Tesla και πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα μέσα σε μόλις τρεις μήνες. Τυχαία ή όχι, η ρήξη της συμμαχίας ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Έλον Μασκ — έναν από τους ισχυρότερους παίκτες του συνασπισμού του Τραμπ — σημειώθηκε ακριβώς πριν από την εξέγερση του Ιουνίου 2025 στο Λος Άντζελες, αποσπώντας την προσοχή του Τραμπ σε μια κρίσιμη στιγμή.
Αν δεν θέλουμε να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας υπό την απολυταρχική διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ή των διαδόχων του, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουμε την άμεση δράση για να διαλύσουμε τη βάση στήριξής του, αναγκάζοντας όσους μέχρι τώρα παρέμεναν παθητικοί να πάρουν θέση εναντίον του.
Και έπειτα, θα πρέπει να φτάσουμε στη ρίζα του προβλήματος.
Δυνατότητες και ευκαιρίες
Με τους παλιούς θεσμούς σε αποσύνθεση και την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς στο χαμηλότερο σημείο της ιστορίας της, αυτή θα μπορούσε πράγματι να είναι μια ευνοϊκή στιγμή για ένα ισχυρό απελευθερωτικό κίνημα — αν μόνο υπήρχε ένα τέτοιο κίνημα. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η δύναμη των εχθρών μας, αλλά η δική μας αδυναμία.
Αμέτρητοι άνθρωποι που πλήττονται από τις πολιτικές του Τραμπ βιώνουν καθημερινά μια συναισθηματική πραγματικότητα οργής που συγκρατείται από τον τρόμο, όπου ο φόβος της κρατικής βίας αυξάνεται με ρυθμό που μόλις και μετά βίας συμβαδίζει με τον φόβο για το μέλλον. Αν ο έλεγχος του Τραμπ αρχίσει να ραγίζει — για παράδειγμα, αν αναδυθεί ένα κίνημα που μπορεί σταθερά να τον ξεπερνά στο πεδίο — θα μπορούσε να απελευθερωθεί ένα τεράστιο απόθεμα συσσωρευμένης ενέργειας. Όποια πολιτική πρόταση καταφέρει να φέρει τους ανθρώπους κοντά πάνω σε αυτή τη βάση θα ανοίξει έναν δρόμο που εκατομμύρια θα σπεύσουν να ακολουθήσουν.
Δεν υπάρχει επιστροφή στην Αμερική του Μπάιντεν. Η καταστροφή που προκάλεσαν ο Έλον Μασκ και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να αναιρεθεί. Όμως έδειξαν σε εκατομμύρια ανθρώπους πόσο επείγουσα είναι η ανάγκη για πραγματική αλλαγή. Μέσα στα ερείπια που άφησαν πίσω τους, θα έπρεπε πλέον να είναι αυτονόητο ότι οι θεσμοί της μνήμης και της φροντίδας μας δεν πρέπει ποτέ ξανά να βρεθούν στο έλεος λίγων ναρκισσιστών. Όλοι μπορούν πια να αναγνωρίσουν ότι το νομικό σύστημα ανέκαθεν απείχε μόλις λίγους διορισμούς από την τυραννία — ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε πάντα με τρόπο που κρατούσε τους περισσότερους ανθρώπους σε απόσταση από την ίδια τους τη δυνατότητα δράσης.
Αν μη τι άλλο, τώρα οι γραμμές έχουν χαραχθεί καθαρά. Η ακροδεξιά δεν μπορεί πια να προσποιείται ότι αντιτίθεται στους δισεκατομμυριούχους που τη χρηματοδοτούν· οι δισεκατομμυριούχοι δεν μπορούν πια να προσποιούνται ότι δημιουργούν ευημερία για όλους· οι σιωνιστές που συμμάχησαν με το Heritage Foundation δεν μπορούν πια να παριστάνουν ότι εκπροσωπούν την αντίσταση στον φασισμό. Ποιος μπορεί ακόμη να ισχυριστεί ότι η Silicon Valley ενισχύει τους κοινωνικούς μας δεσμούς, ότι η τεχνητή νοημοσύνη μας κάνει πιο δημιουργικούς, ότι τα κρυπτονομίσματα μας πλουτίζουν; Όσοι το 2020 έβρισκαν δικαιολογίες για την ICE και την αστυνομία οφείλουν τώρα να τις δουν γι’ αυτό που είναι: έναν εφεδρικό στρατό έτοιμο να υπηρετήσει οποιονδήποτε δεσπότη — όπως ακριβώς οφείλουν να δουν ότι τα σύνορα δεν είναι γραμμές ανάμεσα σε κοινότητες, αλλά ανοιχτές πληγές στο εσωτερικό τους.
Καθώς προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο, οφείλουμε ταυτόχρονα να κινηθούμε προληπτικά για να καταστήσουμε δυνατό το καλύτερο σενάριο. Όσο τρομακτική κι αν είναι αυτή η κατάσταση, αν επιβιώσουμε, θα φτάσουμε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Τώρα, εν μέσω της σύγκρουσης, ας προσδιορίσουμε τι απαιτείται για να φτάσουμε εκεί, ας κάνουμε τις προτάσεις μας ευρύτερα γνωστές και ας αρχίσουμε να τις υλοποιούμε μαζί.
Διαδηλωτές μπλοκάρουν έναν αυτοκινητόδρομο στο Λος Άντζελες.
Είμαστε μόνοι απέναντι στους δισεκατομμυριούχους. Στη διάθεσή τους έχουν όλον τον πλούτο και την ισχύ της πιο τρομακτικής αυτοκρατορίας στην ιστορία του ηλιακού συστήματος. Εμείς έχουμε μόνο την εφευρετικότητά μας, την αλληλεγγύη των συντρόφων μας και την απελπισία εκατομμυρίων σαν και μας. Οι δισεκατομμυριούχοι πετυχαίνουν συγκεντρώνοντας την εξουσία στα χέρια τους, εις βάρος όλων των άλλων. Για να πετύχουμε εμείς, πρέπει να δείξουμε τρόπους με τους οποίους όλοι μπορούν να γίνουν πιο ισχυροί. Σε αυτή τη σύγκρουση αντιπαρατίθενται δύο αρχές: από τη μία, η ατομική μεγέθυνση εις βάρος κάθε ζωντανού όντος· από την άλλη, η δυνατότητα του ατόμου να αυξάνει την αυτοδιάθεση όλων των ανθρώπων, όλων των έμβιων πλασμάτων.
-
«Μια οικονομία που κινείται από το κέρδος αναπόφευκτα συγκεντρώνει τον πλούτο σε όλο και λιγότερα χέρια. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, κάθε χώρα που προσπαθεί να αναστρέψει αυτή τη διαδικασία τρομάζει τους επενδυτές· γι’ αυτό σήμερα ακόμη και τα πλουσιότερα κράτη αναγκάζονται να ρίχνουν όλη την υποδομή της σοσιαλδημοκρατίας στη φωτιά, διατηρώντας την “υγεία” της αγοράς εις βάρος του γενικού πληθυσμού. Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να λυθεί με την επαναστατική κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του κράτους που τη θωρακίζει· όμως υπάρχει μόνο ένας τρόπος να διατηρηθεί η υποδομή στήριξης της σοσιαλδημοκρατίας διατηρώντας ταυτόχρονα τον καπιταλισμό, και αυτός είναι να περιοριστεί δραστικά το ποιοι δικαιούνται να επωφελούνται από αυτήν.» –Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να σώσει την Ελλάδα: γιατί δεν υπάρχει εκλογική διέξοδος από την κρίση ↩
-
«Όπως ακριβώς ο καπιταλισμός διαδέχθηκε τη φεουδαρχία στην Ευρώπη, έτσι και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποδείχθηκε πιο βιώσιμη από τη μοναρχία, επειδή προσέφερε κινητικότητα μέσα στις ιεραρχίες του κράτους. Το δολάριο και η ψήφος είναι και τα δύο μηχανισμοί ιεραρχικής κατανομής της εξουσίας, με τρόπο που αποσυμπιέζει τις ίδιες τις ιεραρχίες. Σε αντίθεση με την πολιτική και οικονομική ακινησία της φεουδαρχικής εποχής, ο καπιταλισμός και η δημοκρατία αναδιανέμουν διαρκώς την εξουσία. Χάρη σε αυτή τη δυναμική ευελιξία, ο εν δυνάμει εξεγερμένος έχει καλύτερες πιθανότητες να βελτιώσει τη θέση του μέσα στο υπάρχον σύστημα παρά να το ανατρέψει. Ως αποτέλεσμα, η αντιπολίτευση τείνει να αναζωογονεί το πολιτικό σύστημα εκ των έσω αντί να το απειλεί.» –Από τη Δημοκρατία στην Ελευθερία ↩
-
«Παρότι ο Χένρι Φορντ και ο Έλον Μασκ μοιράζονται μια συγγένεια προς τον φασισμό και τη λευκή υπεροχή, είναι ευραίως γνωστό ότι ο Φορντ αγόρασε όλες τις μετοχές της εταιρείας του το 1919 για να την αποσύρει από το χρηματιστήριο. Αντίθετα, ο Μασκ απέκτησε τα δισεκατομμύριά του σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, γεγονός που έχει αφήσει τις μετοχές της Tesla δραματικά υπερτιμημένες σε σχέση με τα πραγματικά έσοδα που αποφέρουν οι πωλήσεις της». ↩
-
«Όσοι αναμετρώνται με τον Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες θα έκαναν καλά να μελετήσουν τις μορφές αντίστασης στην Κίνα, τη Ρωσσία, το Καζακστάν και σε άλλα αυταρχικά καθεστώτα. ↩
-
Το ρεφρέν του κάθε καλού δημοκράτη: “Πάρτε μου τα πάντα, αρκεί να μου αφήσετε την ιδέα ότι επέλεξα αυτή την κατάσταση από ελεύθερη βούληση!”» ↩
-
Τον Αύγουστο, ένας δημοσιογράφος είχε αναρωτηθεί: Πού πήγαν οι Proud Boys;? Η οργάνωση του Τσάρλι Κερκ, Turning Point, επιχείρησε να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να στήσει παραρτήματα σε όλη τη χώρα. Το κατά πόσο θα καταφέρουν να επεκτείνουν τη λαϊκή απήχηση της ακροδεξιάς μένει να φανεί — ιδίως τώρα που δεν έχει πια το πλεονέκτημα να παριστάνει την αντι-καθεστωτική. ↩